αβαντζάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀβαντζάρω

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αβαντζάρω < Κατά τον Γεωργακά[1] (άμεσο δάνειο) ιταλική avanzare (προφορά /a.vanˈt͡sa.re/) ή αβαντσάρω με τροπή [nt͡s] > [nd͡z]
Δείτε και τη μεσαιωνική ελληνική ἀβαντζάρω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.vanˈd͡za.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐βαν‐τζά‐ρω

αβαντζάρω, αόρ.: αβαντζάρισα (χωρίς παθητική φωνή)

  • (λαϊκότροπο)
    1. προκαταβάλλω
      του αβαντζάρισα τρείς χιλιάδες
    2. προσφέρω περισσότερα, πλειοδοτώ
      ο ιχθυέμπορος αβαντζάρισε όλα τα ψάρια δύο χιλιάδες ευρώ
    3. επαυξάνω
      από τον άλλο μήνα μάλλον θα μάς αβαντζάρουν τους μισθούς
    4. προοδεύω
      ο μικρός αβαντζάρει συνέχεια
    5. προωθώ (ένα προϊόν, μια άποψη, ένα πρόσωπο)
    6. (για αγαθά) πλεονάζω
      σου αβαντζάρει λίγο λάδι να μού δώσεις;

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αβαντζάρωΓεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας