αβαράρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαράρω < ιταλική varare = καθελκύω πλοίο

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αβαράρω

  • απομακρύνω πλεούμενο από αγκυροβόλιο, ή από επικίνδυνο σημείο, «αβαράρισε να μην πέσουμε στην ξέρα!»

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]