αβαράρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαράρω < ιταλική varare = καθελκύω πλοίο

Ρήμα[επεξεργασία]

αβαράρω

  • απομακρύνω πλεούμενο από αγκυροβόλιο, ή από επικίνδυνο σημείο, «αβαράρισε να μην πέσουμε στην ξέρα!»

Μεταφράσεις[επεξεργασία]