αβαρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβαρία αβαρίες
γενική αβαρίας αβαριών
αιτιατική αβαρία αβαρίες
κλητική αβαρία αβαρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαρία < ιταλική avaria (ζημία πλοίου) < αραβική عوارية (ʿawāriyya) < عوار (ʿawār) < عور (ʿawira: χάνω το ένα μάτι, γίνομαι μονόφθαλμος) < ρίζα ع و ر ‎(ʿ-w-r)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβαρία θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) θαλασσοζημιά σε πλοίο ή φορτίο
  2. πέταμα φορτίου στη θάλασσα σε ώρα κινδύνου, αποφορτισμός
  3. οποιαδήποτε οικονομική ζημιά, ιδίως σε επιχείρηση
  4. (μεταφορικά) υποχώρηση, συμβιβασμός, ελαστικότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]