αβαρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αβαρία οι αβαρίες
      γενική της αβαρίας των αβαριών
    αιτιατική την αβαρία τις αβαρίες
     κλητική αβαρία αβαρίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαρία < (άμεσο δάνειο) ιταλική avaria (ζημία πλοίου) < αραβική عوارية (ʿawāriyya) < عوار (ʿawār) < عور (ʿawira: χάνω το ένα μάτι, γίνομαι μονόφθαλμος) < ρίζα ع و ر ‎(ʿ-w-r)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβαρία θηλυκό

  1. (μεταφορικά) συμβιβαστική υποχώρηση, ελαστικότητα
  2. (ναυτικός όρος) θαλασσοζημιά σε πλοίο ή φορτίο
  3. πέταμα φορτίου στη θάλασσα σε ώρα κινδύνου, αποφορτισμός
  4. οποιαδήποτε οικονομική ζημιά, ιδίως σε επιχείρηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]