αβαρεσιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαρεσιά < αβάρετος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβαρεσιά θηλυκό

  • προθυμία για εργασία, «αβαρεσιά που την έχεις να τρέχεις για τις δουλειές του!»

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]