Μετάβαση στο περιεχόμενο

αβασίλευτος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀβασίλευτος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αβασίλευτος η αβασίλευτη το αβασίλευτο
      γενική του αβασίλευτου της αβασίλευτης του αβασίλευτου
    αιτιατική τον αβασίλευτο την αβασίλευτη το αβασίλευτο
     κλητική αβασίλευτε αβασίλευτη αβασίλευτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αβασίλευτοι οι αβασίλευτες τα αβασίλευτα
      γενική των αβασίλευτων των αβασίλευτων των αβασίλευτων
    αιτιατική τους αβασίλευτους τις αβασίλευτες τα αβασίλευτα
     κλητική αβασίλευτοι αβασίλευτες αβασίλευτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αβασίλευτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀβασίλευτος[1][2] < ἀ- + βασιλεύω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.vaˈsi.le.ftos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αβασίλευτος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αβασίλευτος, -η, -ο

  1. (πολιτική) για πολίτευμα όπου ο αρχηγός του κράτους δεν είναι βασιλιάς
    παράδειγμα αβασίλευτη δημοκρατία
  2. για τον ήλιο και τα αστέρια που δεν έχουν βασιλέψει, δεν έχουν δύσει
    παράδειγμα όταν έφυγα, ο ήλιος ήταν ακόμα αβασίλευτος
  3. (μεταφορικά, σπάνιο) σταθερός, που δεν υφίσταται μεταβολή
    παράδειγμα αβασίλευτη δόξα

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αβασίλευτος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. αβασίλευτος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)