αβασίλευτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβασίλευτος < ἀβασίλευτος < ἀ- + βασιλεύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβασίλευτος -η -ο

  • για το πολίτευμα όπου ο αρχηγός του κράτους δεν είναι βασιλιάς, «αβασίλευτη δημοκρατία»
  • για τον ήλιο και αστέρια που δεν έχουν βασιλέψει, δεν έχουν δύσει, «όταν έφυγα, ο ήλιος ήταν ακόμα αβασίλευτος»
  • (επί νεκρών) ασάλευτος, ανοικτός, «μάτια αβασίλευτα»

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]