αββάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αββάς αρσενικό

  • λέξη του μεσαίωνα, → δείτε τη λέξη  αβάς