Μετάβαση στο περιεχόμενο

αβγάτισμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αβγάτισμα τα αβγατίσματα
      γενική του αβγατίσματος των αβγατισμάτων
    αιτιατική το αβγάτισμα τα αβγατίσματα
     κλητική αβγάτισμα αβγατίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αβγάτισμα < αβγατίζω + -μα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈvɣa.ti.zma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αβγάτισμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αβγάτισμα ουδέτερο

  • (λαϊκότροπο) η αύξηση, ο πολλαπλασιασμός
      Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, στον βωμό της Σοφοκλέους χάθηκαν περίπου 1-1,5 δισ. δρχ. αλλά τα περισσότερα «ζέσταναν» τις τσέπες του κυκλώματος. Οπως πιστεύουν στο ΣΔΟΕ, το πέρασμα των χρημάτων από το Χρηματιστήριο δεν εξυπηρετούσε επενδυτικούς σκοπούς για το «αβγάτισμα» των κεφαλαίων, αλλά χρησιμοποιήθηκε κυρίως για τη νομιμοποίηση των χρημάτων.
    Κλεοπάτρα Κοντονίκα, Πώς στήθηκε το «μεγάλο κόλπο» στην ETBA, Η Καθημερινή, 3 Φεβρουαρίου 2002

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αβγάτισμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)