αβγατίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβγατίζω < μεταγενέστερη ελληνική ἐβγατός < ἐκβατός (με αντιμετάθεση φθόγγων)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αβγατίζω (χωρίς παθητική φωνή, παλιότερα και αυγατίζω)

  1. πολλαπλασιάζω, πληθαίνω
    Ο πατέρας τους έδωσε μικρή μαγιά αλλά ήταν δαιμόνια παιδιά και τα λεφτά αβγάτισαν
  2. διογκώνω, υπερβάλλω
    Όλ' αυτά τα διηγούντο οι μάγκες όπως τα είχον ακούσει από τας προμήτοράς των, και μάλιστα το αυγάτιζαν κ' οι ίδιοι με την παιδικήν ψευδομανίαν των. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Η Φόνισσα", 1903)

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]