αβγοκομμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβγοκομμένος αβγοκομμένη αβγοκομμένο
γενική αβγοκομμένου αβγοκομμένης αβγοκομμένου
αιτιατική αβγοκομμένο αβγοκομμένη αβγοκομμένο
κλητική αβγοκομμένε αβγοκομμένη αβγοκομμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβγοκομμένοι αβγοκομμένες αβγοκομμένα
γενική αβγοκομμένων αβγοκομμένων αβγοκομμένων
αιτιατική αβγοκομμένους αβγοκομμένες αβγοκομμένα
κλητική αβγοκομμένοι αβγοκομμένες αβγοκομμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβγοκομμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αβγοκόβω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.vɣɔ.kɔˈmε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αβγοκομμένος

  • που έχει αβγοκοπεί
    του αρέσει η σούπα μόνο όταν είναι αβγοκομμένη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]