αβγουλιέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αβγουλιέρα οι αβγουλιέρες
      γενική της αβγουλιέρας
    αιτιατική την αβγουλιέρα τις αβγουλιέρες
     κλητική αβγουλιέρα αβγουλιέρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβγουλιέρα < αβγό (παράβαλε τυρί > τυριέρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβγουλιέρα θηλυκό

  1. σκεύος με υποδοχή κατάλληλη ώστε να τοποθετηθεί ένα βραστό αβγό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]