αβγωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.vɣoˈme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐βγω‐μέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]αβγωμένος, -η, -ο
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αβγωμένος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αβγωμένος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)