αβδελλιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβδελλιάζω < ἀβδελλιάζω < ἀβδέλλα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αβδελλιάζω

  1. νοσώ από διστομίαση (κλαπάτσα), κυρίως για χορτοφάγα ζώα, πρόβατα, βόδια, που μπορούν να πιουν νερό γεμάτο με (α)βδέλλες
  2. αποκτώ βδέλλες «το νερό αβδέλλιασε»(έχει βδέλλες)
  3. τοποθετώ βδέλλες για αφαίμαξη


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]