αβλαβής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αβλαβής αβλαβής αβλαβές
γενική αβλαβούς αβλαβούς αβλαβούς
αιτιατική αβλαβή αβλαβή αβλαβές
κλητική αβλαβή(ς) αβλαβής αβλαβές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβλαβείς αβλαβείς αβλαβή
γενική αβλαβών αβλαβών αβλαβών
αιτιατική αβλαβείς αβλαβείς αβλαβή
κλητική αβλαβείς αβλαβείς αβλαβή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αβλαβής < αρχαία ελληνική ἀβλαβής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.vlaˈvis/

Open book 01.svg Επίθετο[]

αβλαβής, -ής, -ές

  1. που δεν έχει υποστεί βλάβη, ακέραιος, αλώβητος, άθικτος
    βγήκε από το κτίριο σώος και αβλαβής
  2. που δεν έχει δυνατότητα ή πρόθεση να προκαλέσει βλάβη
    η κατά λάθος κατάποση μιας τσίχλας γενικά θεωρείται αβλαβής για τον οργανισμό
  3. (ΝΟΜ. στο διεθνές δίκαιο) ναυσιπλοΐα μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη, που πρέπει να είναι ασφαλής και ταχεία, χωρίς να διαταραχθεί η τάξη του παράκτιου κράτους, «αβλαβής διέλευση του αντιτορπιλικού»

32πχ Μεταφράσεις[]