αβλεπτώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβλεπτώ < α- (στερητικό) + βλεπτός (ρηματικό επίθετο του βλέπω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αβλεπτώ

  1. βλέπω λίγο ή καθόλου
  2. προσποιούμαι ότι δεν βλέπω, παραβλέπω
  3. κάνω ένα λάθος λόγω απροσεξίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]