αβοκάτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | αβοκάτος | οι | αβοκάτοι |
| γενική | του | αβοκάτου | των | αβοκάτων |
| αιτιατική | τον | αβοκάτο | τους | αβοκάτους |
| κλητική | αβοκάτε | αβοκάτοι | ||
| Κλίση όπως στην κοινή νεοελληνική | ||||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αβοκάτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀβοκᾶτος < ιταλική avvocato < λατινική advocatus
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.voˈka.tos/ (προφορά όπως στην κοινή νεοελληνική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐βο‐κά‐τος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αβοκάτος αρσενικό (ιδιωματικό)[1]
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αβοκάτος
|
→ δείτε τη λέξη δικηγόρος |
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αβοκάτος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αβοκάτος - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κρητικά
- Κυπριακά
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)