αβοκαντόσουπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβοκαντόσουπα αβοκαντόσουπες
γενική αβοκαντόσουπας
αιτιατική αβοκαντόσουπα αβοκαντόσουπες
κλητική αβοκαντόσουπα αβοκαντόσουπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβοκαντόσουπα < αβοκάντο + σούπα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβοκαντόσουπα θηλυκό

  1. (γαστρονομία): σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής το αβοκάντο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]