αβούρτσιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβούρτσιστος αβούρτσιστη αβούρτσιστο
γενική αβούρτσιστου αβούρτσιστης αβούρτσιστου
αιτιατική αβούρτσιστο αβούρτσιστη αβούρτσιστο
κλητική αβούρτσιστε αβούρτσιστη αβούρτσιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβούρτσιστοι αβούρτσιστες αβούρτσιστα
γενική αβούρτσιστων αβούρτσιστων αβούρτσιστων
αιτιατική αβούρτσιστους αβούρτσιστες αβούρτσιστα
κλητική αβούρτσιστοι αβούρτσιστες αβούρτσιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβούρτσιστος < α- + βουρτσίζω + -τος < μεσαιωνική ελληνική βουρτσίζω / βρουτσίζω / βυρτσίζω < βρούτσα < ιταλική brusta < δημώδης λατινική *bruscia < πρωτογερμανικά *bruskaz (χαμόκλαδα, συστάδα θάμνων) < ινδοευρωπαϊκή *bʰrews- (βλασταίνω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβούρτσιστος, -η, -ο

  1. που δεν έχει βουρτιστεί
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: βουρτσισμένος
  2. αγυάλιστος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: γυαλισμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]