αβούρτσιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβούρτσιστος αβούρτσιστη αβούρτσιστο
γενική αβούρτσιστου αβούρτσιστης αβούρτσιστου
αιτιατική αβούρτσιστο αβούρτσιστη αβούρτσιστο
κλητική αβούρτσιστε αβούρτσιστη αβούρτσιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβούρτσιστοι αβούρτσιστες αβούρτσιστα
γενική αβούρτσιστων αβούρτσιστων αβούρτσιστων
αιτιατική αβούρτσιστους αβούρτσιστες αβούρτσιστα
κλητική αβούρτσιστοι αβούρτσιστες αβούρτσιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβούρτσιστος < α- + βούρτσισ(α) (βουρτσίζω) + -τος < μεσαιωνική ελληνική βουρτσίζω / βρουτσίζω / βυρτσίζω < βρούτσα < ιταλικά brusta < δημώδης λατινική *bruscia < πρωτογερμανικά *bruskaz (χαμόκλαδα, συστάδα θάμνων) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰrews- (βλασταίνω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβούρτσιστος, -η, -ο

  1. που δεν έχει βουρτιστεί
    αντώνυμα: βουρτσισμένος
  2. αγυάλιστος
    αντώνυμα: γυαλισμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]