αβράκωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβράκωτος < α- (στερητικό) + βρακώνω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβράκωτος

  1. που δε φοράει βρακί, ξεβράκωτος
    το πιτσιρίκι γυρίζει αβράκωτο μέσα στο σπίτι
  2. (μεταφορικά) ο πολύ φτωχός
  3. ο αδιόρθωτος, εκείνος που δεν αλλάζει συνήθειες
  4. ο ευτελής, ο πρόστυχος

Nuvola apps noatun.png Παροιμίες[επεξεργασία]

  • έμαθε αβράκωτος και ντρέπεται βρακωμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]