αβυσσαλέος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβυσσαλέος αβυσσαλέα αβυσσαλέο
γενική αβυσσαλέου αβυσσαλέας αβυσσαλέου
αιτιατική αβυσσαλέο αβυσσαλέα αβυσσαλέο
κλητική αβυσσαλέε αβυσσαλέα αβυσσαλέο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβυσσαλέοι αβυσσαλέες αβυσσαλέα
γενική αβυσσαλέων αβυσσαλέων αβυσσαλέων
αιτιατική αβυσσαλέους αβυσσαλέες αβυσσαλέα
κλητική αβυσσαλέοι αβυσσαλέες αβυσσαλέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβυσσαλέος < άβυσσος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβυσσαλέος -α -ο (φυσική), (βιολογία)

  1. που έχει μεγάλο βάθος, κρημνώδης, βαραθρώδης
    αβυσσαλέο χάσμα
  2. (μεταφορικά) υπερβολικά μεγάλος
    αβυσσαλέο μίσος
  3. καταχθόνιος, ανεξιχνίαστος
    είναι άνθρωποι με αβυσσαλέα αισθήματα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]