αβόλευτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβόλευτος < α- στερητικό + βολεύω (< βολή) + -τός

Επίθετο[επεξεργασία]

αβόλευτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο ατακτοποίητος
    έχω το σπίτι αβόλευτο
  2. (αρνητ. σημασία) που δεν τον έχουν βολέψει, τακτοποιήσει σε επαγγελματική κυρίως θέση
    παρόλο που τον ψήφισαν, τους άφησε αβόλευτους
  3. που δεν μπορεί να βολευτεί, να τακτοποιηθεί, να ησυχάσει, να βρει ηρεμία
    αβόλευτο παιδί

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]