αγάλακτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγάλακτος < α- (στερητικό) + γάλα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγάλακτος

  1. που δεν παράγει αρκετό γάλα, που έχει προσβληθεί από αγαλακτία
  2. που έχει σταματήσει πλέον να θηλάζει
    αγάλακτο παιδί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]