αγάλλομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγάλλομαι < ελληνιστική κοινή ἀγάλλομαι

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈɣa.lɔ.mɛ/

Ρήμα[επεξεργασία]

αγάλλομαι

  1. νιώθω πολύ μεγάλη χαρά, χαίρομαι, ευφραίνομαι
    οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη(κάλαντα)
  2. (αρχαιοπρ. με την πρόθεση διά) καυχιέμαι, κομπάζω
    αγάλλεται διά την νίκην του

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]