αγάντα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγάντα αγάντες
γενική αγάντας
αιτιατική αγάντα αγάντες
κλητική αγάντα αγάντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγάντα < αγαντάρω < ιταλική agguantare

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγάντα θηλυκό

  1. το σημείο ακινητοποίησης πλοίων στα λιμάνια, η δέστρα
  2. (μεταφορικά) σημεία στήριξης κοινωνικά ή επαγγελματικά

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

αγάντα άκλιτο

  1. (ναυτικός όρος): ναυτικό παράγγελμα για ακινητοποίηση ολόκληρου του σκάφους (από ρυμουλκά), ή και διακινουμένων φορτίων με ανάλογους χειρισμούς των μέσων φορτοεκφορτώσεων (γερανών), ή και με σωματική προσπάθεια για αντιστήριξη αντικειμένου
  2. γενικότερο επαγγελματικό εργατικό παράγγελμα κατά τις μεταφορές αντικειμένων, οικοσκευών κ.λπ.
  3. προτροπή για να βάλει κάποιος τα δυνατά του, να αντέξει σε κάποια κατάσταση, ή να κάνει κουράγιο.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]