Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγέννητος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀγέννητος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγέννητος η αγέννητη το αγέννητο
      γενική του αγέννητου της αγέννητης του αγέννητου
    αιτιατική τον αγέννητο την αγέννητη το αγέννητο
     κλητική αγέννητε αγέννητη αγέννητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγέννητοι οι αγέννητες τα αγέννητα
      γενική των αγέννητων των αγέννητων των αγέννητων
    αιτιατική τους αγέννητους τις αγέννητες τα αγέννητα
     κλητική αγέννητοι αγέννητες αγέννητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

αγέννητος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγέννητος[1] < ἀ- (στερητικό) + γεννητός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈʝe.ni.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγέννητος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αγέννητος, -η, -ο

  1. που δεν έχει γεννηθεί
      Όσο ο βλοσυρός και απότομος τελωνειακός -που σίγουρα ήταν αγέννητος τότε- τσεκάρει τις ταυτότητες μας, σκέφτομαι ότι η Ρουμανία που αφήνω πίσω μου, ήταν και παραμένει πανέμορφη, ισορροπώντας ανάμεσα στην ευρωπαϊκή φινέτσα και τη βαλκανική αυθεντικότητα.
    Γιώργος Δέτσης, Ενα απολαυστικό road trip στη Ρουμανία, Η Καθημερινή, 5 Σεπτεμβρίου 2024
  2. (φιλοσοφία) που δεν έχει αρχή, που δεν έχει δημιουργηθεί από κάτι άλλο, αυθύπαρκτος
  3. (με ενεργητική σημασία) που δεν έχει γεννήσει ακόμη
    παράδειγμα η κατσίκα μου είναι ακόμη αγέννητη

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγέννητος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)