αγέννητος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]αγέννητος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγέννητος[1] < ἀ- (στερητικό) + γεννητός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈʝe.ni.tos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γέν‐νη‐τος
Επίθετο
[επεξεργασία]αγέννητος, -η, -ο
- που δεν έχει γεννηθεί
- ※ Όσο ο βλοσυρός και απότομος τελωνειακός -που σίγουρα ήταν αγέννητος τότε- τσεκάρει τις ταυτότητες μας, σκέφτομαι ότι η Ρουμανία που αφήνω πίσω μου, ήταν και παραμένει πανέμορφη, ισορροπώντας ανάμεσα στην ευρωπαϊκή φινέτσα και τη βαλκανική αυθεντικότητα.
- Γιώργος Δέτσης, Ενα απολαυστικό road trip στη Ρουμανία, Η Καθημερινή, 5 Σεπτεμβρίου 2024
- ※ Όσο ο βλοσυρός και απότομος τελωνειακός -που σίγουρα ήταν αγέννητος τότε- τσεκάρει τις ταυτότητες μας, σκέφτομαι ότι η Ρουμανία που αφήνω πίσω μου, ήταν και παραμένει πανέμορφη, ισορροπώντας ανάμεσα στην ευρωπαϊκή φινέτσα και τη βαλκανική αυθεντικότητα.
- (φιλοσοφία) που δεν έχει αρχή, που δεν έχει δημιουργηθεί από κάτι άλλο, αυθύπαρκτος
- (με ενεργητική σημασία) που δεν έχει γεννήσει ακόμη
η κατσίκα μου είναι ακόμη αγέννητη
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη γεννάω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγέννητος
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγέννητος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγέννητος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Φιλοσοφία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)