Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγίασμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Αγίασμα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγίασμα τα αγιάσματα
      γενική του αγιάσματος των αγιασμάτων
    αιτιατική το αγίασμα τα αγιάσματα
     κλητική αγίασμα αγιάσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγίασμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἁγίασμα[1] < ἁγιάζω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈʝi.a.zma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγίασμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγίασμα ουδέτερο

  1. (χριστιανισμός) το αγιασμένο νερό, ο αγιασμός
      Στο βάθος της σπηλιάς υπάρχει φυσική δεξαμενή όπου συγκεντρώνεται τρεχούμενο νερό, το οποίο οι προσκυνητές πίνουν ως αγίασμα.
    Νίκος Μαστροπαύλου, Τοπιογραφίες, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
  2. η πηγή από την οποία ρέει νερό που θεωρείται ιερό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγίασμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)