αγίνωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγίνωτος αγίνωτη αγίνωτο
γενική αγίνωτου αγίνωτης αγίνωτου
αιτιατική αγίνωτο αγίνωτη αγίνωτο
κλητική αγίνωτε αγίνωτη αγίνωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγίνωτοι αγίνωτες αγίνωτα
γενική αγίνωτων αγίνωτων αγίνωτων
αιτιατική αγίνωτους αγίνωτες αγίνωτα
κλητική αγίνωτοι αγίνωτες αγίνωτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγίνωτος < ἀγίνωτος στην καθαρεύουσα < α- στερητικό + γίνομαι + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

αγίνωτος -η -ο

  1. που δεν έχει ακόμη γίνει, δεν έχει ετοιμαστεί ή εκτελεστεί
  2. (για καρπούς) που δεν έχει ακόμη ωριμάσει, ανώριμος
  3. (μεταφορικά) ανώριμος άνθρωπος ή ανέτοιμος να αντιμετωπίσει κάτι

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]