αγίνωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγίνωτος < ἀγίνωτος στην καθαρεύουσα < α- στερητικό + γίνομαι + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγίνωτος -η -ο

  1. που δεν έχει ακόμη γίνει, δεν έχει ετοιμαστεί ή εκτελεστεί
  2. (για καρπούς) που δεν έχει ακόμη ωριμάσει, ανώριμος
  3. Πρότυπο:μτφ ανώριμος άνθρωπος ή ανέτοιμος να αντιμετωπίσει κάτι

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]