αγαθάρχης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαθάρχης < μεσαιωνική ελληνική, αγαθός + -άρχης < άρχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγαθάρχης αρσενικό μόνο στον ενικό

  • (θρησκεία) προσηγορία του Θεού ως πηγή αγαθών

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η προσηγορία αυτή αναφέρεται από τον Θεόδωρο Λάσκαρι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]