αγαθοεργός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αγαθοεργός αγαθοεργή αγαθοεργό
γενική αγαθοεργού αγαθοεργής αγαθοεργού
αιτιατική αγαθοεργό αγαθοεργή αγαθοεργό
κλητική αγαθοεργέ αγαθοεργή αγαθοεργό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγαθοεργοί αγαθοεργές αγαθοεργά
γενική αγαθοεργών αγαθοεργών αγαθοεργών
αιτιατική αγαθοεργούς αγαθοεργές αγαθοεργά
κλητική αγαθοεργοί αγαθοεργές αγαθοεργά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαθοεργός < αγαθός(καλός) + έργο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγαθοεργός

  1. που κάνει καλές πράξεις, φιλάνθρωπος.
  2. που αναφέρεται στην αγαθοεργία.
    η αγαθοεργή δράση του σωματείου μας.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]