αγαθοθυμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγαθοθυμία οι αγαθοθυμίες
      γενική της αγαθοθυμίας των αγαθοθυμιών
    αιτιατική την αγαθοθυμία τις αγαθοθυμίες
     κλητική αγαθοθυμία αγαθοθυμίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαθοθυμία < (μεταφραστικό δάνειο) : γαλλική bonne humeur

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαθοθυμία θηλυκό

  • η αγαθή διάθεση του ανθρώπου για ευεργεσία

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η λέξη αυτή φέρεται να πλάστηκε από τον Φίλιππο Ιωάννου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]