αγαθοπιστία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγαθοπιστία αγαθοπιστίες
γενική αγαθοπιστίας αγαθοπιστιών
αιτιατική αγαθοπιστία αγαθοπιστίες
κλητική αγαθοπιστία αγαθοπιστίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαθοπιστία < αγαθόπιστος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαθοπιστία θηλυκό

  1. η καλοπροαίρετη και αβασάνιστη αποδοχή των λεγομένων, η ευπιστία
    έδειξε τέτοια αγαθοπιστία στη συζήτηση, που ειλικρινά θα μπορούσα να τον πείσω για οτιδήποτε

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]