Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγαθοφέρνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγαθοφέρνω < αγαθο- + -φέρνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɣa.θoˈfeɾ.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγαθοφέρνω

αγαθοφέρνω, πρτ.: αγαθόφερνα μόνο στο ενεστωτικό θέμα (ελλειπτικό ρήμα χωρίς παθητική φωνή)

  1. συμπεριφέρομαι ως αγαθιάρης
    χρειάζεται παράθεμα
  2. λέω ή κάνω ανοησίες
    χρειάζεται παράθεμα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. αγαθοφέρνω αγαθόφερνα θα αγαθοφέρνω να αγαθοφέρνω αγαθοφέρνοντας
β' ενικ. αγαθοφέρνεις αγαθόφερνες θα αγαθοφέρνεις να αγαθοφέρνεις αγαθόφερνε
γ' ενικ. αγαθοφέρνει αγαθόφερνε θα αγαθοφέρνει να αγαθοφέρνει
α' πληθ. αγαθοφέρνουμε αγαθοφέρναμε θα αγαθοφέρνουμε να αγαθοφέρνουμε
β' πληθ. αγαθοφέρνετε αγαθοφέρνατε θα αγαθοφέρνετε να αγαθοφέρνετε αγαθοφέρνετε
γ' πληθ. αγαθοφέρνουν(ε) αγαθόφερναν
αγαθοφέρναν(ε)
θα αγαθοφέρνουν(ε) να αγαθοφέρνουν(ε)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]