αγαθόπιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαθόπιστος < αγαθός + πιστός < πείθω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγαθόπιστος, -η

  • αυτός που πιστεύει τα λόγια άλλων, καλοπροαίρετα, πλην όμως αβασάνιστα, χωρίς μια στοιχειώδη κρίση ή έρευνα
  • ο εύπιστος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]