αγαθόχορτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγαθόχορτο αγαθόχορτα
γενική αγαθόχορτου αγαθόχορτων
αιτιατική αγαθόχορτο αγαθόχορτα
κλητική αγαθόχορτο αγαθόχορτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Το αγαθόχορτο ή ανεμοπύρι
αγαθόχορτο < αγαθό (= ερυσίπελας) + χόρτο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαθόχορτο ουδέτερο

  • (βοτανική): ποώδες φυτό, βότανο, της ελληνικής υπαίθρου, της τάξης των σκιαδαφόρων, γνωστό και ως "αγριοσπανάκι", απ΄ αυτό έλαβε το όνομά το Αγαθονήσι

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • διεθνής ονομασία Bupleurum fruticosum, γνωστό από την ελληνική αρχαιότητα.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]