αγαλματίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαλματίτης < άγαλμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαλματίτης αρσενικό

  1. είδος κόλλας που χρησιμοποιούσαν παλιότερα και που πιθανόν ταυτίζεται με την λιθόκολλα. Παρασκευαζόταν από μίγμα μαρμαρόσκονης και ταυρόκολλας για συγκόλληση μελών αγαλμάτων, πέτρινων κοσμημάτων, επίπλων, αγγείων κ.λπ.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]