αγαμοσπερμία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαμοσπερμία < άγαμος + σπέρμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαμοσπερμία θηλυκό

  1. (βιολογία): αναπαραγωγή χωρίς γονιμοποίηση ή μείωση.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]