αγανάχτηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣa.ˈnax.ti.si/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγανάχτηση θηλυκό