αγανακτήσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

αγανακτήσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
  2. θα αγανακτήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγανακτώ