αγαντάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαντάρω < ιταλική agguantare

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣa.ˈnda.ɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγαντάρω

  1. πιάνομαι, συγκρατούμαι από κάποιο σταθερό σημείο
  2. (προστακτική) πιάσε, δέσε, στήριξε
    αγάντα το παλαμάρι!
  3. (προστακτική) (μεταφορικά) τράβα κουπί, κωπηλάτησε
    αγάντα και φτάσαμε!
  4. υπομένω, αντέχω, βαστάζω
    Δεν αγαντάρω πια τα βάσανα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]