αγανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀγανός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγανός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγανός (μαλακός, ευγενικός)

Επίθετο[επεξεργασία]

αγανός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]