αγαπίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαπίζω < μεσαιωνική ελληνική ἀγαπίζω < αρχαία ελληνική ἀγαπάω-ῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

αγαπίζω

  1. συμφιλιώνομαι
    ήταν μαλωμένοι αλλά τώρα αγαπίσανε

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]