αγαπημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγαπημένος αγαπημένη αγαπημένο
γενική αγαπημένου αγαπημένης αγαπημένου
αιτιατική αγαπημένο αγαπημένη αγαπημένο
κλητική αγαπημένε αγαπημένη αγαπημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγαπημένοι αγαπημένες αγαπημένα
γενική αγαπημένων αγαπημένων αγαπημένων
αιτιατική αγαπημένους αγαπημένες αγαπημένα
κλητική αγαπημένοι αγαπημένες αγαπημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαπημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγαπώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣa.pi.ˈmε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αγαπημένος, -η, -ο

  1. που τον αγαπά ένα πρόσωπο
    έστειλε ένα γράμμα στην αγαπημένη της κόρη
  2. ο προτιμώμενος, ο εκλεκτός, ο ξεχωριστός
    το αγαπημένο μου βιβλίο
  3. το ερωτικά προτιμώμενο άτομο
    πήγε να δει τον αγαπημένο της

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • είμαστε αγαπημένοι: αγαπιόμαστε, έχουμε καλές και αρμονικές σχέσεις μεταξύ μας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαπημένος αρσενικό

περίμενε με ανυπομονησία τον αγαπημένο της

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]