αγαποβότανο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγαποβότανο αγαποβότανα
γενική αγαποβότανου αγαποβότανων
αιτιατική αγαποβότανο αγαποβότανα
κλητική αγαποβότανο αγαποβότανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαποβότανο < αγάπη + βότανο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαποβότανο ουδέτερο

  1. ποώδες βότανο με μικρά ροζ ή άσπρα άνθη, (λατινικό όνομα Τeucrium polium), και παραδοσιακά χρησιμοποιείται και θεραπευτικά και ως φίλτρο που προκαλεί ή δυναμώνει τον έρωτα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]