αγαποβότανων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

αγαποβότανων ουδέτερο

  1. αγαποβότανο, στη γενική του πληθυντικού