Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγγάρεμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγγάρεμα τα αγγαρέματα
      γενική του αγγαρέματος των αγγαρεμάτων
    αιτιατική το αγγάρεμα τα αγγαρέματα
     κλητική αγγάρεμα αγγαρέματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγγάρεμα < αγγαρεύω + -μα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋˈga.ɾe.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγγάρεμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγγάρεμα ουδέτερο

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αγγαρεύω, το να βάζεις κάποιον να κάνει μια αγγαρεία
    παράδειγμα Το καθάρισμα της αποθήκης ήταν ένα πραγματικό αγγάρεμα, αλλά έπρεπε να γίνει.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]