αγγέλιασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγγέλιασμα αγγελιάσματα
γενική αγγελιάσματος αγγελιασμάτων
αιτιατική αγγέλιασμα αγγελιάσματα
κλητική αγγέλιασμα αγγελιάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγέλιασμα < αγγελιάζομαι + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγέλιασμα ουδέτερο

  1. (λογοτεχνία) το να βλέπω τον άγγελο του επικείμενου θανάτου μου
  2. (λογοτεχνία) ψυχορράγημα
  3. (μεταφ.) η μεγάλη κόπωση, η εξάντληση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]