αγγίζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aŋˈɟi.zo.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αγ‐γί‐ζο‐μαι
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]αγγίζομαι
- παθητική φωνή του ρήματος αγγίζω