αγγίζω τα όρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]αγγίζω τα όρια
- πλησιάζω, φτάνω κοντά
- ※ Το Συντηρητικό Κόμμα της Μάργκαρετ Θάτσερ σημείωσε τη μεγαλύτερη μεταπολεμική του νίκη στις προχθεσινές γενικές εκλογές της Βρεταννίας, η οποία αγγίζει τα όρια πραγματικού θριάμβου, αφού επί συνόλου 650 εδρών της Βουλής των Κοινοτήτων οι “Τόρυς” έχουν αποσπάσει 397 έδρες, έναντι 209 της Εργατικής αντιπολιτεύσεως και 23 μόλις της “Συμμαχίας” Φιλελευθέρων – Σοσιαλδημοκρατών.
- Επανεκλογή της Μ. Θάτσερ, Η Καθημερινή, 9 Ιουνίου 1983
- ※ Το Συντηρητικό Κόμμα της Μάργκαρετ Θάτσερ σημείωσε τη μεγαλύτερη μεταπολεμική του νίκη στις προχθεσινές γενικές εκλογές της Βρεταννίας, η οποία αγγίζει τα όρια πραγματικού θριάμβου, αφού επί συνόλου 650 εδρών της Βουλής των Κοινοτήτων οι “Τόρυς” έχουν αποσπάσει 397 έδρες, έναντι 209 της Εργατικής αντιπολιτεύσεως και 23 μόλις της “Συμμαχίας” Φιλελευθέρων – Σοσιαλδημοκρατών.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγγίζω τα όρια
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αγγίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)