αγγαρέψτε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

αγγαρέψτε

  1. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω