αγγαροδουλειά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγαροδουλειά < αγγαρεία + δουλειά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγαροδουλειά θηλυκό

  1. μια εργασία που πρέπει να οφείλει να κάνει κάποιος υποχρεωτικά, για την οποία όμως του λείπει η προθυμία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]