αγγείωμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγγείωμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική angioma < αρχαία ελληνική ἀγγεῖ(ον) + -ωμα[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aŋˈɟi.o.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αγ‐γεί‐ω‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγγείωμα ουδέτερο
- (ιατρική) καλόηθες νεοπλασματικό μόρφωμα από τριχοειδή αγγεία που πολλαπλασιάζονται τοπικά και σχηματίζουν ένα πυκνό πλέγμα, αυξάνοντας έτσι και τη ροή του αίματος σε εκείνο το σημείο
- ※ Μεταξύ των λιγότερο σημαντικών γενετικών ανωμαλιών εμφανιζόταν συχνά το αγγείωμα- πρόκειται για καλοήθεις όγκους που αποτελούνται από μικροσκοπικά αιμοφόρα αγγεία και παρουσιάζονται στην επιφάνεια του δέρματος.
- Κίνδυνος γενετικών ανωμαλιών για τα παιδιά της εξωσωματικής, Το Βήμα, 15 Ιουνίου 2010
- ※ Μεταξύ των λιγότερο σημαντικών γενετικών ανωμαλιών εμφανιζόταν συχνά το αγγείωμα- πρόκειται για καλοήθεις όγκους που αποτελούνται από μικροσκοπικά αιμοφόρα αγγεία και παρουσιάζονται στην επιφάνεια του δέρματος.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγγείωμα
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγγείωμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγγείωμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ωμα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)